Η ελπίδα μεγαλώνοντας, ζητά

Δεν ξέρω ποιοι ήρθαν, ποιοι έφυγαν. Ποιοι στάθηκαν, ποιοι δείλιασαν.

Η ελπίδα μεγαλώνοντας, ζητά

«Κοιμήθηκα πολύ βαθιά. Έφτασα εκεί που τελειώνουν τα όνειρα, εκεί που ήχος δεν υπάρχει, εκεί που οι λέξεις σκεπάστηκαν με άμμο χρυσή, εκεί που η θάλασσα κατάπιε τα γρανάζια του μυαλού και τα άφησε να αναπαύονται άπραγα στον βυθό της.

Ξάπλωσα στο μαξιλάρι μου, τρυφερό, λευκό και πουπουλένιο και νανουρίστηκαν οι σκέψεις, οι εικόνες , τα συναισθήματα, οι έννοιες, οι άνθρωποι.
Ζωντανή νεκρή με μοναχή μου συντροφιά την ανάσα, να πηγαινοέρχεται ακολουθώντας μια πορεία γνωστή μα ασυνείδητη ως τότε.

Τυλίχτηκα προσεκτικά σε λευκά, απαλά, μυρωμένα σεντόνια , όπως θα σκέπαζα μωρό δύο χρονών που απόκαμε απ το παιχνίδι.
Γυμνή, χωρίς υφάσματα να σφίγγουνε το δέρμα.

Ένιωθα μόνο την ανάσα μου από την μύτη ως το διάφραγμα και πάλι πίσω και αυτή ήταν η μόνη μουσική μου.
Κάτι εικόνες που έτρεξαν δώθε πέρα σαν κινηματογραφικά καρέ, τις άφησα να συνεχίσουν το ταξίδι τους χωρίς στάση. Χωρίς προορισμό μέσα μου, πέρα μακριά.
Το σώμα αναπαύθηκε. Βούλιαξε στην αρχή και εξαϋλώθηκε μετά. Έφυγε και αυτό μαζί με τις πληγές του, τις σιωπές του, τα ξενύχτια του.

Κοιμήθηκα πολύ βαθιά και δεν γνωρίζω πόσο.
Ίσως να πέρασαν ώρες, μέρες, χρόνια.
Μια λήθη ήρθε σαν κυματάκι σιωπηλό καθάριο και έσβησε τα πάντα. Μια χαρούμενη ζάλη ήρθε στο μυαλό.

Δεν θυμάμαι ποιά είμαι. Δεν θυμάμαι τι θέλω. Δεν ξέρω τι είναι λύπη, αγάπη. Δεν ξέρω ποιοι ήρθαν, ποιοι έφυγαν. Ποιοι στάθηκαν, ποιοι δείλιασαν. Ποιοί άρπαξαν, ποιοι έδωσαν. Σαν εικόνες θεάτρου σκιών χωρίς αιχμές και περιγράμματα, με αποχαιρέτησαν.
Κοιμήθηκα πολύ βαθιά.

Ξάπλωσα κάμπια και αναστήθηκα πεταλούδα! Με υπέροχα διάφανα φτερά σε αποχρώσεις παστέλ.
Φτερά ! Άνοιξη, φως, γαλήνη…και κάπου εκεί στο βάθος, η ελπίδα, που μεγαλώνοντας, ζητά!»

Κείμενο: Χαρά Μαζίδη

Διαβάστε επίσης

Close