Οι συνηθισμένοι άνθρωποι

Οι άνθρωποι αυτοί, προτού συμφιλιωθούν και υποταχθούν, καμιά φορά αταχτούν, από τα νιάτα τους

Οι συνηθισμένοι άνθρωποι

Υπάρχουν άνθρωποι για τους οποίους είναι δύσκολο να πεις κάτι που θα τους χαρακτήριζε με την μία και απολύτως.

Eίναι οι άνθρωποι που συνήθως τους αποκαλούμε «συνηθισμένους», «πλειοψηφία», και οι οποίοι, πράγματι, συνιστούν την πλειοψηφία κάθε κοινωνίας.

Αυτοί οι άνθρωποι είναι στον κόσμο η συντριπτική πλειοψηφία κι’ ακόμη περισσότεροι από όσο νομίζουμε• χωρίζονται, όπως και όλοι οι άνθρωποι, σε δύο βασικές συνομοταξίες: κάποιοι είναι περιορισμένων δυνατοτήτων, κι’ άλλοι «πολύ εξυπνότεροι».

Οι πρώτοι είναι ευτυχισμένοι. Για έναν περιορισμένων δυνατοτήτων, ένα «συνηθισμένο» άνθρωπο δεν υπάρχει, επί παραδείγματι, τίποτα πιο εύκολο από το να φανταστεί τον εαυτό του ασυνήθιστο και πρωτότυπο και να ηδονιστεί μ’ αυτό χωρίς ταλαντεύσεις.

Αρκούσε σε ορισμένες δεσποινίδες να κόψουν τα μαλλιά τους, να φορέσουν μπλε γυαλιά και να αυτοαποκληθούν μηδενίστριες, για να πειστούν αυτοστιγμεί ότι φορώντας τα γυαλιά απέκτησαν πάραυτα και δικές τους «πεποιθήσεις».

Αρκούσε σε κάποιον άλλο να νιώσει μιά σταλίτσα ένα κάποιο πανανθρώπινο και γλυκό συναίσθημα, για να πειστεί πάραυτα ότι κανείς πια δεν αισθάνεται όπως αυτός, ότι στην γενικής εξέλιξη του κόσμου είναι ένας πρωτοπόρος.

Αρκούσε σε άλλον να πάρει κατά λέξη κάποια ιδέα ή να διαβάσει μιά σελιδούλα ενός κατασκευάσματος χωρίς αρχή και τέλος, για να πιστέψει αμέσως ότι αυτές είναι «δικές του προσωπικές ιδέες» και γεννήθηκαν μέσα στο δικό του το μυαλό.

Το θέμα είναι ότι ο έξυπνος «συνηθισμένος» άνθρωπος, ακόμη κι’ αν φαντάζεται που και που (και μπορεί και για όλη του τη ζωή) τον εαυτό του άνθρωπο ιδιοφυή και πολύ πρωτότυπο, διατηρεί στην καρδιά του το σκουλήκι της αμφιβολίας, που καμιά φορά οδηγεί τον έξυπνο άνθρωπο σε απόλυτη απόγνωση κι’ αν υποτάσσεται σ’ αυτό, το κάνει δηλητηριασμένος από την καταπιεσμένη μέσα του ματαιοδοξία.

Βεβαίως, όπως και να ’χει, πήραμε τα δύο άκρα: στην συντριπτική πλειοψηφία αυτής της κατηγορίας των έξυπνων ανθρώπων το πράγμα δεν εξελίσσεται τόσο τραγικά, όχι. Απλώς, κάπου εκεί, προς την δύση των χρόνων φθείρεται το συκώτι, κατά το μάλλον και το ήττον, κι’ αυτό είναι όλο.

Μολοντούτο, οι άνθρωποι αυτοί, προτού συμφιλιωθούν και υποταχθούν, καμιά φορά αταχτούν, από τα νιάτα τους μέχρι και την ηλικία της υποταγής, και πάντα από την επιθυμία να φανούν πρωτότυποι.

Μπορούμε μάλιστα να συναντήσουμε και περίεργες περιπτώσεις: από επιθυμία να είναι πρωτότυπος κάποιος έντιμος άνθρωπος μπορεί να προχωρήσει ακόμη και σε μία τιποτένια πράξη.

Συμβαίνει επίσης ορισμένοι από αυτούς του δύστυχους να είναι όχι μόνο έντιμοι, αλλά και καλόκαρδοι, οι στυλοβάτες της οικογένειας, να ταΐζουν και να συντηρούν με το μόχθο τους όχι μόνο τους οικείους τους αλλά και ξένους. Τι γίνεται τότε; Όλη τους τη ζωή δεν καταφέρνουν να ηρεμήσουν.

Αυτούς, δεν του καθησυχάζει και δεν τους παρηγορεί διόλου η σκέψη ότι έχουν εκπληρώσει τόσο καλά τις ανθρωπιστικές υποχρεώσεις τους.

Αντιθέτως, μάλιστα, αυτό τους θυμώνει: «Ορίστε, λοιπόν, σε τι σπατάλησα όλη μου τη ζωή, να τι μ’ έδεσε χειροπόδαρα, να τι μ’ εμπόδισε να ανακαλύψω την πυρίτιδα! Αν δεν υπήρχε αυτό, μπορεί να είχα ανακαλύψει είτε την Αμερική, είτε την πυρίτιδα, ανυπερθέτως —βέβαια δεν ξέρω ακριβώς τι, αλλά ανυπερθέτως θα είχα ανακαλύψει κάτι!»

 

Fyodor Dostoyevsky, Απόσπασμα από τον «Ηλίθιο» 1869, εκδόσεις Γκοβόστη

Διαβάστε επίσης

Close